Ο ιδιοπαθής Παρκινσονισμός είναι μια χρόνια, προοδευτικά εξελισσόμενη νόσος η οποία σχετίζεται με την εκφύλιση εγκεφαλικών περιοχών που καλούνται «βασικά γάγγλια» και «μέλαινα ουσία». Τα νευρικά κύτταρα στη μέλαινα ουσία παράγουν μια ουσία, την ντοπαμίνη, που δρα σαν χημικός μεταβιβαστής σε εγκεφαλικά κυκλώματα που είναι σημαντικά για τον έλεγχο των κινήσεων του σώματος. Για λόγους όχι κατανοητούς, τα νευρικά αυτά κύτταρα στη μέλαινα ουσία νεκρώνονται. Έτσι όταν χαθεί το 80% της ντοπαμίνης εμφανίζονται συμπτώματα όπως τρόμος, βραδυκινησία, ακαμψία και αστάθεια στη στάση. Η Νόσος του Πάρκινσον προσβάλλει συνήθως άνδρες και γυναίκες στην ηλικία των 60 χρόνων, μπορεί όμως και νωρίτερα.
Η Νόσος πήρε το όνομά της από τον James Parkinson, ο οποίος πρώτος το 1817 αναγνώρισε, ταυτοποίησε και περιέγραψε την πλειονότητα των κλινικών σημείων, που χαρακτηρίζουν την ιδιοπαθή Νόσο του Πάρκινσον. Οι επτά κύριες κλινικές εκδηλώσεις της Νόσου είναι: ο τρόμος, η δυσκαμψία, η ακινησία, η βραδυκινησία, η απώλεια των αντανακλαστικών στάσης, η καμπτική στάση και το φαινόμενο του «παγώματος». Στην κλινική πράξη, ο ιδιοπαθής παρκινσονισμός είναι πιθανό να εκδηλωθεί με συνδυασμό των παραπάνω συμπτωμάτων καθώς και με μια πληθώρα άλλων συμπτωμάτων όπως, νοητικές διαταραχές, διαταραχές της προσωπικότητας. Αποτέλεσμα αυτής της ιδιομορφίας της Νόσου είναι να επηρεάζονται πολλές πτυχές της ζωής του ασθενούς.
Μέχρι και σήμερα, τα αίτια που οδηγούν στην εκδήλωση του Πάρκινσον παραμένουν αδιευκρίνιστα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δύσκολη ανεύρεση ακριβούς θεραπείας για τη Νόσο με επακόλουθο την προοδευτική εξέλιξή της. Τα κινητικά προβλήματα που απορρέουν από τη Νόσο του Πάρκινσον επιφέρουν στον ασθενή λειτουργικά και κοινωνικά προβλήματα, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα επιβίωσής του.
Η ανάγκη βελτίωσης της κλινικής εικόνας και της ποιότητας ζωής των ασθενών με Πάρκινσον, επιτείνει τις έρευνες για την εύρεση νέων τρόπων θεραπευτικής αντιμετώπισης.
Το ερώτημα που γεννάται εδώ είναι εάν η άσκηση μπορεί να συμβάλλει στους παραπάνω θεραπευτικούς στόχους και αν ναι, με ποιο τρόπο.
Πρόσφατες έρευνες εικάζουν ότι η άσκηση μπορεί να επιδράσει στην παθοφυσιολογία και στην κλινική εικόνα της Νόσου. Πράγματι, βρέθηκε ότι η εκτέλεση ενός προγράμματος που περιλαμβάνει ασκήσεις μέτριας έντασης είναι δυνατό να αυξήσει τα επίπεδα και το μεταβολισμό της ντοπαμίνης, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην καθυστέρηση της εξέλιξης της Νόσου. Επιπρόσθετα, υποστηρίζεται ότι η άσκηση μπορεί να επιβραδύνει και να περιορίσει τα συμπτώματά της. Συγκεκριμένα, ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η άσκηση είναι περισσότερο αποτελεσματική στα κινητικά προβλήματα των ασθενών με Πάρκινσον π.χ. στη βάδιση, παρά στα νευρολογικά σημεία αυτής π.χ. τρόμος.
Η σύνταξη ενός προγράμματος ασκήσεων για τον ασθενή με Πάρκινσον πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένο φυσικοθεραπευτή ή φυσίατρο και να περιλαμβάνει τη συνδυασμένη χρήση διάφορων ασκήσεων. Σημαντικό φως στην επιλογή των ασκήσεων δίνουν οι συγκριτικές έρευνες που υποστηρίζουν τη θετική επίδραση συγκεκριμένων ασκήσεων και τεχνικών στην εκτέλεση των κινητικών δραστηριοτήτων των ασθενών.
Οι αερόβιες ασκήσεις, κυρίως στην έναρξη του προγράμματος, με τη μορφή της προθέρμανσης είναι ιδιαίτερα ευεργετικές για την προετοιμασία του μυοσκελετικού και καρδιοαγγειακού συστήματος ώστε να δεχτούν τη δυναμική φάση, που ακολουθεί στο πρόγραμμα των ασκήσεων. Η αύξηση της θερμοκρασίας στους μύες προάγει τις φυσιολογικές λειτουργίες, αυξάνει το ρυθμό των χημικών αντιδράσεων και τη ταχύτητα της μυϊκής συστολής και τέλος, προετοιμάζεται το καρδιοαγγειακό σύστημα με την ελαφριά αύξηση της καρδιακής συχνότητας και του όγκου παλμού, ενώ πραγματοποιείται καλύτερη αξιοποίηση του οξυγόνου από τα μυϊκά κύτταρα.
Ο Παρκινσονικός ασθενής παρουσιάζει μεγάλη προδιάθεση στην εμφάνιση μυϊκών και αρθρικών βραχύνσεων, οι οποίες επιβαρύνουν την βραδυκινησία και τη δυσκαμψία που παρουσιάζει ο ασθενής. Οι διατατικές ασκήσεις αποτελούν σημαντικό κομμάτι στο πρόγραμμα αποκατάστασης και στοχεύουν στη διατήρηση ή την αύξηση του εύρους κίνησης των αρθρώσεων, καθώς και στη βελτίωση της ευκαμψίας των μαλακών μορίων του σώματος. Ένα πλεονέκτημα των διατάσεων είναι η χαλαρωτική τους ιδιότητα και επακόλουθα η μείωση του άλγους κατά την εκτέλεση των υπόλοιπων ασκήσεων. Έμφαση θα πρέπει να δίνεται στον κορμό, κυρίως για τη βελτίωση της στροφής, και στα κάτω άκρα για την βελτίωση της βάδισης και του μήκους διασκελισμού.
Η Νόσος του Πάρκινσον δεν χαρακτηρίζεται από μείωση της μυϊκής δύναμης. Αυτή που παρουσιάζουν οι περισσότεροι ασθενείς αποδίδεται περισσότερο στη μεγάλη ηλικία τους. Ωστόσο, από πρόσφατες έρευνες αναγνωρίζεται ότι οι ασκήσεις ενδυνάμωσης μπορούν να βελτιώσουν, εκτός από τη μυϊκή δύναμη, την λειτουργική ικανότητα των ασθενών και επίσης έχουν θετική επίδραση στην ισορροπία και την ικανότητα βάδισης.
Οι ασκήσεις ισορροπίας προορίζονται για τη βελτίωση του ισορροπιστικού ελέγχου καθώς και του προτύπου βάδισης. Για αυτές χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο εξωτερικά ερεθίσματα, καθώς αυτά μπορούν να βελτιώσουν μερικώς τα χαρακτηριστικά της βραδυκινησίας. Όταν οι ασθενείς με Πάρκινσον, καθοδηγηθούν με οπτικά ή ακουστικά ερεθίσματα, ο ρυθμός της βάδισης όσο και το μήκος διασκελισμού τους γίνονται σχεδόν φυσιολογικά . Πιθανόν τα εξωτερικά ερεθίσματα να αντισταθμίζουν την έλλειψη εσωτερικών ερεθισμάτων από τα βασικά γάγγλια προς την κινητική περιοχή του φλοιού του εγκεφάλου.
Η εκμάθηση λειτουργικών δραστηριοτήτων βοηθά σημαντικά τον ασθενή με Πάρκινσον στη βελτίωση της καθημερινής του ζωής στο σπίτι ή την εργασία. Για παράδειγμα, η εκμάθηση της άρσης ενός αντικειμένου από το έδαφος ή της έγερσης από την καρέκλα συμβάλλει σημαντικά στην αυτοεξυπηρέτηση των ασθενών και στην πρόληψη των πτώσεων, ιδιαίτερα αυτών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα αστάθειας. Επίσης, η εξάσκηση σε δραστηριότητες όπως, η γραφή, συμβάλλουν σημαντικά στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του ασθενή.
Τέλος, η επιτέλεση ασκήσεων έκφρασης μπροστά στον καθρέφτη θεωρείται αρκετά εύκολη και ευχάριστη διαδικασία, για τον ασθενή που παρουσιάζει το χαρακτηριστικό «ανέκφραστο προσωπείο». Έχει θετική επίδραση στην ψυχολογία του ασθενή, καθώς τον αποφορτίζει από το άγχος της όλης διαδικασίας και τον κάνει πιο δεκτικό στην πραγματοποίηση των ασκήσεων.
Οι περισσότεροι ερευνητές υποστηρίζουν πως η διάρκεια του προγράμματος δεν πρέπει να ξεπερνά τα 45-60 λεπτά για λόγους κόπωσης, ενώ η συχνότητα των συνεδριών πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα. Λιγότερες από 2 φορές δεν επηρεάζουν την κατάσταση του ασθενούς.