Η εξάρτηση από το τσιγάρο και τη νικοτίνη είναι διαφορετική για τον κάθε καπνιστή, γίνεται με διαφορετικό τρόπο και έχει διαφορετική ένταση. Το σίγουρο είναι ότι ο εθισμός και ο κίνδυνος αυξάνονται ανάλογα με τον αριθμό των τσιγάρων, τη διάρκεια του καπνίσματος και ορισμένους ενδογενείς παράγοντες.
Το να καπνίζει κάποιος 5-6 τσιγάρα την ημέρα (π.χ. με τον καφέ ή σε ώρες περισυλλογής) δεν βλάπτει και δεν αποτελεί τόσο κίνδυνο για την υγεία του. Δυστυχώς όμως, μόνο το 2% των καπνιστών μπορούν να καπνίζουν ελεγχόμενα και σε αραιά χρονικά διαστήματα.
Οι καπνιστές αυτοί φαίνεται να έχουν «ανοσία» στη νικοτίνη και μπορούν να μείνουν χωρίς τσιγάρο για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να το ζητήσουν καθόλου. Το υπόλοιπο όμως 98% των καπνιστών αποκτά σωματική, ψυχική και νοητική εξάρτηση.
Ο εγκέφαλος του καπνιστή προσαρμόζεται στη χρήση της νικοτίνης και μαθαίνει να ζει και να λειτουργεί με μια ορισμένη δόση νικοτίνης καθημερινά. Μάλιστα, εκτός της εξάρτησης παρουσιάζει και ανοχή. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια ποσότητα νικοτίνης δεν φτάνει και χρειάζεται όλο και περισσότερο για να έχει ικανοποιητική «ποσότητα ευχαρίστησης». Με άλλα λόγια, ο εξαρτημένος από τη νικοτίνη εγκέφαλος μαθαίνει να χαίρεται, να λυπάται, να εργάζεται, να χαλαρώνει, να διασκεδάζει με τον ρυθμό που του ορίζει η νικοτίνη. Είναι λοιπόν λογικό, στην προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος το νευρικό σύστημα να αντιδρά και να εκδηλώνει την αντίδρασή του με διάφορα συμπτώματα. Τα συμπτώματα αυτά ορίζουν το λεγόμενο «στερητικό σύνδρομο» και τα κυριότερα που περιγράφονται είναι τα εξής: εκνευρισμός, ανησυχία, έλλειψη συγκέντρωσης, αμηχανία στα χέρια, έντονη σκέψη για τσιγάρο, τάση για φαγητό, ακεφιά, μελαγχολία, κόπωση και πολλά άλλα.
Η επιτυχία λοιπόν του βελονισμού είναι ότι μειώνει εντυπωσιακά τα συμπτώματα αυτά του στερητικού συνδρόμου, μειώνοντας την προσπάθεια του καπνιστή στο ελάχιστο.
Πώς ακριβώς δρα ο βελονισμός;
Το σώμα μας διαθέτει ένα πλούσιο δίκτυο ελεύθερων νευρικών απολήξεων. Οι ελεύθερες νευρικές απολήξεις είναι νευρικές ίνες που βρίσκονται υποδερμικά σε όλο το σώμα και δρουν ως υποδοχείς μεταφέροντας νευρικά σήματα προς τον εγκέφαλο. Ωστόσο, συγκεκριμένα σημεία στο σώμα, στο πρόσωπο και στα αυτιά φαίνεται να είναι ιδιαίτερα «πυκνά» σε νευρικές απολήξεις και με εξειδικευμένη σχέση με το κεντρικό νευρικό σύστημα. Ο ερεθισμός αυτών των σημείων με μικρές μεταλλικές βελόνες δραστηριοποιεί τα ανάλογα κέντρα του εγκεφάλου ενώ παράλληλα ενεργοποιεί την παραγωγή ενός μεγάλου αριθμού ενδογενών ουσιών (ουσίες που παράγονται από κύτταρα ή ιστούς του σώματος). Οι ουσίες αυτές μεταφέρονται μέσω της κυκλοφορίας του αίματος και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό στον εγκέφαλο όπου μιμούνται τη δράση της νικοτίνης, «ξεγελώντας» έτσι το νευρικό σύστημα. Το αποτέλεσμα είναι ότι μειώνει εντυπωσιακά τα συμπτώματα από την έλλειψη της νικοτίνης, ανακουφίζει από το άγχος, την ψυχική πίεση και το αίσθημα κενού που νιώθουν όσοι προσπαθούν να κόψουν το τσιγάρο.
Πώς εφαρμόζεται ο βελονισμός;
Μικρές μεταλλικές βελόνες μιας χρήσεως τοποθετούνται στο δέρμα σε συγκεκριμένα σημεία στο σώμα, το πρόσωπο και τους λοβούς των αυτιών. Οι βελόνες παραμένουν στη θέση τους για διάστημα 20-30 λεπτών και κατόπιν αφαιρούνται. Από τις επόμενες κιόλας ώρες μετά τη θεραπεία το αποτέλεσμα είναι εμφανές. Ο καπνιστής αναφέρει μειωμένη επιθυμία για κάπνισμα, απόλυτα ελεγχόμενη και όχι βασανιστική απ’ ότι συνέβαινε συνήθως από την έλλειψη της νικοτίνης, μέχρι και απέχθεια στον καπνό. Η μέθοδος του βελονισμού είναι ασφαλής, γρήγορη, χωρίς πόνο και χωρίς παρενέργειες. Ενώ οι διάφορες μέθοδοι διακοπής του καπνίσματος φαίνεται να είναι αποτελεσματικές σε ποσοστό 20-40% των καπνιστών, το ποσοστό επιτυχίας του βελονισμού στην διακοπή του καπνίσματος είναι εντυπωσιακό. Η στατιστική δείχνει πως ο βελονισμός είναι αποτελεσματικός σε ποσοστό μέχρι και 75% των καπνιστών. Οι συνεδρίες βελονισμού που απαιτούνται είναι μία έως πέντε. Αυτό σημαίνει πως μπορεί κάποιος να το κόψει από την πρώτη μόλις συνεδρία ή να χρειαστεί επαναληπτική συνεδρία αν τα συμπτώματα στέρησης εξακολουθούν να υπάρχουν και ο καπνιστής υποκύψει στην επιθυμία του για τσιγάρο. Αυτό εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία, την ψυχική και σωματική κατάσταση του ατόμου, το περιβάλλον όπου ζει και εργάζεται, την χρήση ή όχι ψυχοφαρμάκων.
Αξίζει να σημειώσουμε πως για την επιτυχία της μεθόδου δεν έχει σημασία ούτε το πόσα τσιγάρα καπνίζει κανείς ούτε το πόσα χρόνια είναι καπνιστής. Σημασία έχει να το κάνει όταν νιώσει έτοιμος.